ροδοκόκκινος

ροδοκόκκινος
η , ο розовый, розового цвета; румяный (о щеках)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "ροδοκόκκινος" в других словарях:

  • ροδοκόκκινος — η, ο, Ν αυτός που έχει ρόδινο χρώμα, κόκκινος σαν τριαντάφυλλο, ροδόχρωμος («ροδοκόκκινα μάγουλα»). [ΕΤΥΜΟΛ. < ρόδο + κόκκινος] …   Dictionary of Greek

  • ροδοκόκκινος — η, ο κόκκινος σαν τριαντάφυλλο: Τα παιδιά γύρισαν από το παιχνίδι ροδοκόκκινα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ροδοκοκκινίζω — Ν [ροδοκόκκινος] γίνομαι ροδοκόκκινος, κοκκινίζω ελαφρά …   Dictionary of Greek

  • κοκκινόλευκος — κοκκινόλευκος, η, ο(ν) (Μ) ροδοκόκκινος …   Dictionary of Greek

  • οψερός — ή, ό [όψη] (για πρόσ.) αυτός που έχει ζωηρή όψη, ροδοκόκκινος …   Dictionary of Greek

  • πυρακίζω — Α [πῡρ] είμαι κόκκινος σαν τη φωτιά, είμαι ροδοκόκκινος …   Dictionary of Greek

  • ροδινοπορφυρούς — οῡν, Α ρόδινος και πορφυρός, ροδοκόκκινος («καμίσιον ροδινοπορφυροῡν», πάπ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ῥόδινος + πορφυροῦς] …   Dictionary of Greek

  • ροδωπός — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 240 μ.), στην πρώην επαρχία Κισσάμου, του νομού Χανίων. Είναι έδρα του ομώνυμου δήμου (70 τ. χλμ.), στην οποία ανήκουν και άλλοι 2 μικρότεροι οικισμοί, τα Άσπρα Νερά (υψόμ. 230 μ.) και ο Αστράτηγος (υψόμ. 210 μ.). * * * …   Dictionary of Greek

  • ρόδο — το / ῥόδον, ΝΜΑ και αιολ. τ. βρόδον, Α το άνθος τής ροδής, το τριαντάφυλλο (α. «ο Απρίλης με τα λουλούδια κι ο Μάης με τα ρόδα» β. «φύεται αὐτόματα ρόδα», Ηρόδ. γ. «οὔτε γὰρ ἐκ σκίλλης ῥόδα φύεται οὐδ ὑάκινθος», Θέογν.) νεοελλ. φρ. α) «ρόδο τής… …   Dictionary of Greek

  • κουσπιδίνης — Ορυκτό, αποτελούμενο από ασβέστιο, πυρίτιο, οξυγόνο και φθόριο, με χημικό τύπο Ca4Si2O7(F,OH)2. Κρυσταλλώνεται στο μονοκλινές σύστημα σχηματίζοντας λογχοειδείς κρυστάλλους και ανήκει στην ομάδα των πυριτικών ορυκτών. Ο κ. εμφανίζεται λευκός,… …   Dictionary of Greek

  • ροδαλός — ή, ό ροδοκόκκινος: Ένα ροδαλό αγόρι στεκόταν μπροστά του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»